Τόση ομορφιά – τέτοια ασχήμια

Χρόνος ανάγνωσης ⏰ 4 λεπτά

Άρθρο του ομογενή Νίκου Τ. Παγώνη (πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μείζονος Μόντρεαλ)

Είναι γνωστό τοις πάσι η αγάπη που τρέφω για τον τόπο που με γέννησε. Δεν το κρύβω. Δεν μπορώ να το κρύψω. Και να ήθελα να υπερβώ τα συναισθήματά μου, η Ελλάδα δεν μου το επιτρέπει. Όχι γιατί εξασκεί μια καταπιεστική δύναμη αχαλίνωτου εθνικισμού και πατριδολαγνείας επάνω μου, αλλά γιατί η απέραντη και ατελείωτη ομορφιά της σε καθηλώνει.

Έχει εκείνη την ανεξήγητη ικανότητα να μετατρέπει τα πάντα σ’ ένα πίνακα ζωγραφικής ενός σπουδαίου εικαστικού με απέραντη φαντασία και ικανότητα να αποτυπώνει μαγικά τοπία λουσμένα μέσα σ’ ένα ανεπανάληπτο φως. Και είναι αυτό το φως, το καθαρό, εκτυφλωτικό φως που κάνει τα πάντα γύρω σου να λάμπουν.

Τα χρώματα ζωντανεύουν, οι σκιές γίνονται πιο σκούρες, για να τονίσουν εντονότερα τα χαρακτηριστικά, και η διάθλαση δημιουργεί εικόνες μαγικές που οδηγούν τη σκέψη σε μονοπάτια ρομαντικά και την καρδιά στην αναζήτηση δύναμης για ν’ αντέξει τόσο κάλος.

Είναι όμορφη η Ελλάδα!!! Το λένε οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι μουσουργοί, τα εκατομμύρια επισκεπτών απ’ όλα τα μέρη της γης, που αφήνουν την καρδιά τους εδώ. Να χτυπά και να θυμίζει ένα τόπο μυθικό που έκλεψε την καρδιά τους.

Κι εγώ; Αιώνιος προσκυνητής στο τόπο που μου χάρισε το πρώτο φως του ήλιου, που με σφιχταγκάλιασε και με έθρεψε. Προσκυνητής, γιατί πλέον δεν ζω εδώ που ανήκω.  Επισκέπτης κι εγώ, αντάμα με τα υπόλοιπα μιλιούνια περιηγητών που, όμως, δεν νοιώθουν το ίδιο. Δεν μπορούν να νοιώθουν το ίδιο.

Τα δικά μου σπλάχνα ρούφηξαν όλη αυτή την ομορφιά, όλη αυτή την ιστορία μαζί με το γάλα της μάνας μου. Και το γάλα της μάνας είναι εκείνο που δημιουργεί αντισώματα και εξάρτηση. Εξάρτηση από ένα τόπο που δεν είναι απλά ένα γεωγραφικό σημείο. Είναι σωθικά, καρδιά, ψυχή, είναι το είναι σου, η ίδια η υπόστασή σου. Κι αυτά μόνο εμείς, τα παιδιά που κάναμε τα πρώτα βήματά μας στα ιερά κι αγαπημένα χώματα, μπορούμε να νοιώσουμε.

Δεν θέλω ν’ αδικήσω όμως, όλους εκείνους τους λάτρεις αυτής της μοναδικής εμπειρίας που λέγεται Ελλάδα. Πολλοί είναι αυτοί που  ερωτεύθηκαν με το πρώτο βλέμμα όλη αυτή την ομορφιά που εμείς λέμε πατρίδα. Τον αγάπησαν τον τόπο. Τον ένιωσαν να φυτρώνει μέσα τους μέρα με την ημέρα. Πολλοί τον έκαναν σπίτι τους. Νέα εστία. Βωμό της δικής τους καθημερινής θυσίας στο κάλος και τη μοναδική δημιουργία που ανεξάντλητα απλώνεται γύρω τους.

Τόση ομορφιά που όμως συνοδεύεται… από τόση ασχήμια. Που υπάρχει και δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Που σε θλίβει, σε λυπεί, σε εξοργίζει. Και τη βρίσκεις παντού. Στους τοίχους που λυγίζουν κάτω από τόννους γκράφιτι. Στις παραμορφωμένες πινακίδες κυκλοφορίας που θέτουν σε κίνδυνο εκατομμύρια οδηγούς.

Στην κακοτεχνία κατασκευών για εύκολο κέρδος. Στους συρμούς του Ηλεκτρικού αγνώριστους από την ασχήμια της κακώς εννοούμενης έκφρασης τέχνης του γκράφιτι, μάστιγα που υπάρχει παντού. Ακόμα και στην οροφή ορισμένων βαγονιών. Στα σκουπίδια ριγμένα απρόσεκτα εκεί που δεν ανήκουν.

Στους άμυαλους οδηγούς που ανοίγουν το παράθυρο και πετάνε τα απορρίμματά τους.  Στους καβγάδες, τους διαπληκτισμούς, την απειλή βίας, τις βρισιές και την έντονη διάθεση κακής συμπεριφοράς και απολίτιστης διαγωγής. Σε όλα εκείνα που δεν ανήκουν σ’ ένα πολιτισμένο, όμορφο τόπο, με τέτοια ιστορία και παράδοση.

Και το κακό είναι ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν είναι έτσι. Άνθρωποι μορφωμένοι, δημιουργικοί, καλοπροαίρετοι, με προοδευτική διάθεση και επιθυμία να κάνουν το καλό. Που ανέχονται, όμως, όλη αυτή την ασχήμια γύρω τους.

Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τους κανίβαλους του γκράφιτι να ενεργούν εν κρυπτώ, στα σκοτάδια της νύχτας. Κάποιος θα τους είδε, κάποιος θα τους αντιλήφθηκε και σίγουρα δεν αντέδρασε. Δεν φώναξε: «τί κάνεις εκεί, ρεεε», δεν μάλωσε, δεν σήκωσε ανάστημα. Και άφησε την ασχήμια να αντικαταστήσει  την ομορφιά.

Πόσοι άραγε φώναξαν όταν αντιλήφθηκαν κάποιον να πετά σκουπίδια ή έστω ένα σκουπιδάκι στους δρόμους; Πόσοι αντιστάθηκαν στην ασχήμια, την απολίτιστη συμπεριφορά, στην έντονη παραβατικότητα που συναντάς παντού;

Όμορφος τόπος. Πολύ όμορφος.  Που εμπνέει ποιητές, μουσουργούς και ζωγράφους. Όμορφος τόπος. Ο δικός μας τόπος. Που δεν μας προσφέρθηκε μόνο για να τον απολαμβάνουμε. Αλλά και για να διατηρούμε την ομορφιά του. Θεματοφύλακες μιας μοναδικής κληρονομιάς που δεν μας ανήκει. Που μας εμπιστεύθηκε να τη χαιρόμαστε και να την παραδώσουμε ανέπαφη στις επερχόμενες γενιές. Γιατί κι εκείνες έχουν δικαίωμα στην αξεπέραστη, σπουδαία αυτή ομορφιά.

Συχνά σκέπτομαι ότι σαν επισκέπτης δεν έχω δικαίωμα να μιλώ, να βλέπω, ν’ ακούω. Σαν εκείνα τα τρία κινέζικα μαϊμουδάκια που εικονίζονται με τα χέρια να σφαλίζουν μάτια, αυτιά, στόμα. Δεν ζω εδώ, άρα δεν έχω δικαίωμα να κρίνω. Ναι, ίσως… Κάποιος που δεν αντιμετωπίζει τις εδώ καταστάσεις, τις δύσκολες συνθήκες, τις αντιξοότητες, ίσως να μην κατανοεί το πόσο δύσκολα είναι να ζεις σ’ ένα τόπο όπου το σύστημα σε καθηλώνει.

Δεν μπορώ, όμως, να μην πονάω για τη χώρα που πρώτη φορά αντίκρισα με το άνοιγμα των ματιών μου. Δεν μπορώ να μη νοιάζομαι για μια γη που είναι παγκόσμια κληρονομιά. Και δεν μπορώ να σιωπώ όταν τη δική μου χώρα, την πατρίδα μου, την κακοποιούν και την κακομεταχειρίζονται. Γιατί κι αυτό συμβαίνει.

Το καταλαβαίνουν, δεν το καταλαβαίνουν; Δεν ξέρω τι να υποθέσω. Πάντως, ποτέ δεν περίμενα τόση ομορφιά να συνοδεύεται από… τόση ασχήμια.  Κι εδώ… ο πόνος σχίζει τα σωθικά μου.