Πάνω από 1,35 δισ. ευρώ ετησίως για επισκευές ελληνικών πλοίων

Χρόνος ανάγνωσης ⏰ 3 λεπτά

Πάνω από 1,35 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση είναι οι δαπάνες των Ελλήνων πλοιοκτητών για συντήρηση και επισκευές στα πλοία σύμφωνα με τη μελέτη της Deloitte που παρουσιάστηκε αποκλειστικά στο 5ο Ναυτιλιακό Συνέδριο της εφημερίδας «Ναυτεμπορική», το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ενώ υπογραμμίστηκε ότι ένα μέρος αυτών των εργασιών μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα εφόσον διαμορφωθεί το κατάλληλο ανταγωνιστικό πλαίσιο.

Όπως αναφέρει σε δημοσίευμά της η εφημερίδα «Ναυτεμπορική», κάτω από 200 εκατ. μένουν στα ναυπηγεία μας, σύμφωνα με μελέτη της Deloitte

O κ. Χρήστος Θεοχαρόπουλος, Consulting Principal της Deloitte, παρουσιάζοντας τη μελέτη που έχει τίτλο «Impact Analysis of the Greek Shipping Industry», αναφερόμενος στις ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές δραστηριότητες, σημείωσε μεταξύ άλλων ότι μέχρι και το 2006 ο τζίρος στα ελληνικά ναυπηγεία ήταν στα 600 εκατ. ευρώ τον χρόνο, όμως τα τελευταία χρόνια μειώθηκε στα 100 εκατ. ευρώ, ενώ από την άλλη πλευρά μόνο για συντηρήσεις και επισκευές σε διεθνή ναυπηγεία οι Έλληνες πλοιοκτήτες των 5.000 περίπου ελληνόκτητων πλοίων ξοδεύουν γύρω στο 1,35 δισ. δολάρια τον χρόνο.

Το ερώτημα, σύμφωνα με τον κ. Θεοχαρόπουλο, είναι να μπορεί κάτι να μείνει στην Ελλάδα από τα παραπάνω χρήματα. Υπολογίζεται, συνέχισε, ότι το 20% των πλοίων αυτών κινείται συνεχώς στη Μεσόγειο, ενώ και ένα άλλο ποσοστό περνά από εδώ. Σύμφωνα με μία συντηρητική προσέγγιση κατά τον μελετητή η επαναλειτουργία των ναυπηγείων θα μπορούσε να δώσει πολύ γρήγορα 130 εκατ. ευρώ επιπλέον τζίρο και 1.700 θέσεις εργασίας. Δεν είναι συγκλονιστικά τα νούμερα που βρίσκουμε, αλλά σημασία έχει να κινείσαι, να προσπαθείς να πάρεις και σιγά σιγά να μεγαλώνεις, υπογράμμισε ο ομιλητής.

Πλεονέκτημα του Πειραιά

Μιλώντας γενικότερα για το cluster του Πειραιά, ο κ. Θεοχαρόπουλος σημείωσε μεταξύ άλλων ότι το οικοσύστημα της ναυτιλίας στον Πειραιά έχει στο κέντρο του την ποντοπόρο ναυτιλία. Είναι ένα φυσικό cluster με ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλα, καθώς έχει εδώ κοντά τους ανθρώπους που ελέγχουν πάνω από 5.000 πλοία. Ο Πειραιάς λοιπόν είναι ένα πάρα πολύ καλό φυσικό cluster. Επίσης έχει και ένα οργανισμό που το διαχειρίζεται, τον Maritime Hellas, μια κοινή πρωτοβουλία της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, του Ναυτικού Επιμελητηρίου και του ΕΒΕΠ. Ο ομιλητής ανέφερε ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα στη συγκρότηση του cluster, συμπληρώνοντας ότι μπορεί να γίνουν και άλλα περισσότερα με στόχο την ενίσχυσή του. Εξήγησε ότι ένα πλεονέκτημα του cluster είναι η αυτοτροφοδότησή του έπειτα από κάποιο διάστημα και συμπλήρωσε ότι στη φάση αυτή χρειάζεται να λεχθεί πολύ καθαρά ποιο είναι το όραμα, ποια είναι η αποστολή και στη συνέχεια αναφέρθηκε σε παραδείγματα clusters του εξωτερικού.

Η αγορά εφοδιασμού

Ειδική αναφορά έκανε ο κ. Θεοχαρόπουλος στον εφοδιασμό της ναυτιλίας και ειδικά της ποντοπόρου, όπου πάρα πολύ μεγάλη σημασία έχει το θέμα της φορολογίας. Και υπάρχει ο ευρωπαϊκός τελωνειακός κώδικας που έχει προβλέψει τι πρέπει να γίνεται για να λειτουργεί σε αντίθεση με την Ελλάδα που «σε πάρα πολλά πράγματα έχουμε κάνει τις δικές μας ερμηνείες και διατάξεις ή φορολογικές και τελωνειακές αρχές».

Ανέφερε στη συνέχεια το παράδειγμα της επανεξαγωγής ενός ανταλλακτικού, το οποίο για να μη φορολογηθεί θα πρέπει να μείνει 60 ώρες, δυόμισι μέρες συνολικά, σε τελωνειακή αποθήκη. Που σημαίνει ότι αν η αποστολή του ανταλλακτικού είναι επείγουσα δεν πρόκειται να εξυπηρετηθεί ο ενδιαφερόμενος.

Οι διαδικασίες θα πρέπει να γίνουν πιο ευέλικτες με την αξιοποίηση της τεχνολογίας για να σταματήσει το φαινόμενο τα κρουαζιερόπλοια στον Πειραιά να εφοδιάζονται με προϊόντα που τα φέρνουν νταλίκες από την Ιταλία.