Έρευνα της Κάπα Research: Τι απαντούν οι Έλληνες πολίτες για την διαχείριση της κρίσης του κορωνοϊού

Χρόνος ανάγνωσης ⏰ 12 λεπτά

Η επόμενη μέρα του κορωνοϊού, βρίσκεται στο επίκεντρο πανελλαδικής έρευνας της Κάπα Research, η οποία επισημαίνει χαρακτηριστικά: “Κανείς δεν τρέφει αυταπάτες ότι η επόμενη ημέρα για την Ελλάδα θα είναι εύκολη.”

Σύμφωνα με τα όσα προέκυψαν από την ανάλυση των ευρημάτων προκύπτει ότι:

-“Στην Ελλάδα, καθώς ο καιρός περνά σε κατ’ οίκον περιορισμό μακριά από αγαπημένα πρόσωπα, εξόδους και Εκκλησίες, συχνά υπό ψυχολογική πίεση και ανασφάλεια για το μέλλον, με νέες πρακτικές εργασίας και εκπαίδευσης εξ αποστάσεως, ο φόβος για την υγεία δίνει τη θέση του στον φόβο για κρίση στην οικονομία, παγκόσμια, εθνική, οικιακή.

-Με νωπές ακόμα τις μνήμες της δεκαετίας 2010-2019, στα χείλη όλων βρίσκεται η αγωνία για μια χαμένη δεύτερη ευκαιρία της Ελλάδας, καθώς ο τουρισμός, η εστίαση και το εμπόριο θα υποστούν ισχυρό πλήγμα.

-Η αισιοδοξία επιμένει: οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τελικά θα τα καταφέρουμε. Ευθύνη κάθε ηγεσίας – πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής, επιστημονικής – είναι να μετουσιώσει την εμπειρία από τη διαχείριση της πανδημίας σε αναπτυξιακή παρακαταθήκη.

Σύμφωνα με την μελέτη της Κάπα Research που έγινε, κατά την περίοδο της κρίσης του κορωνοϊού, προκύπτει ότι:

1. Η διαχείριση της κρίσης και το πολιτικό αποτύπωμα

Σε ποσοστό 60% ενισχύθηκε η πεποίθηση ότι ο κρατικός μηχανισμός κινήθηκε προς τη σωστή κατεύθυνση.Η αξιολόγηση των χειρισμών της κυβέρνησης κινήθηκε από την αρχή της κρίσης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και παραμένει: παρά τη μικρή κάμψη των 6 μονάδων από τη μέτρηση στα τέλη Μαρτίου, οι θετικές κρίσεις για τη στάση της αγγίζουν το 76%.

Οι απόψεις των πολιτών διχάζονται σε σχέση με τα έκτακτα μέτρα οικονομικής στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων, με το 48% να θεωρεί τα μέτρα για τη στήριξη εργαζόμενων επαρκή ή μάλλον επαρκή και το 40% ανεπαρκή ή μάλλον ανεπαρκή.

Αντιστοίχως, το ποσοστό αποδοχής των μέτρων στήριξης επιχειρήσεων ανέρχεται στο 41% και στο 53% όσων τα θεωρούν ανεπαρκή ή μάλλον ανεπαρκή. Σπανίως, όμως, τα όποια μέτρα οικονομικής στήριξης θεωρούνται επαρκή. Η αποδοχή τους – που ξεπερνά το 40% – εμφορείται από την επιθυμία στήριξης προς την ίδια την κυβέρνηση και όχι στα μέτρα αυτά καθαυτά.

Η αποτελεσματική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης χαρίζει σημαντικό κεφάλαιο για τη διαχείριση της δύσκολης οικονομικής περιόδου που ακολουθεί. Ο πρωθυπουργός χαίρει της θετικής γνώμης του 60% της ελληνικής κοινωνίας, ενώ η Νέα Δημοκρατία αυξάνει τα ποσοστά της εκλογικής της επιρροής, καταγράφοντας σημαντική διαφορά, άνω των 18 μονάδων, από τον ΣΥΡΙΖΑ στην πρόθεση ψήφου και καθαρή υπεροχή στην παράσταση νίκης.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι πιο δημοφιλής από το κόμμα του (34% δημοτικότητα Αλ. Τσίπρα vs. 23% πρόθεση ψήφου ΣΥΡΙΖΑ και 31,5% εκλογικό αποτέλεσμα 2019) αλλά δεν δημιουργεί momentum.

Το εκλογικό σώμα δεν επιθυμεί τη διατάραξη της πολιτικής σταθερότητας και αντιδρά αρνητικά, κατά 80%, στο ενδεχόμενο διεξαγωγής πρόωρων εκλογών, με κύριο γνώμονα τις πιθανές επιπτώσεις που θα επέφερε μια εκλογική αναμέτρηση στην ελληνική οικονομία.

Συμπέρασμα: Η κυβέρνηση έχει ήδη “λάβει” τη λαϊκή εντολή αντιμετώπισης της επερχόμενης οικονομικής κρίσης.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει ως τώρα – πλην, ίσως, του αρχηγού του – να παρουσιαστεί επίκαιρος, ενώ και τα μικρότερα κόμματα χάνουν εκτόπισμα. Η δημοφιλία του σεμνού κυρίου Τσιόδρα εμπεριέχει ένα “κοντράστ” και ένα ισχυρό υπόστρωμα αμφισβήτησης του ελλειμματικού πολιτικού προσωπικού.

2. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ωθεί στο #βγαίνουμε_έξω

Τα καλά νέα από την εξέλιξη της επιδημίας στη χώρα μας ενισχύουν την αισιοδοξία για αντιμετώπιση του κορωνοϊού μέσα στον επόμενο μήνα κατά 14 μονάδες από τον Μάρτιο, ανεβάζοντας το ποσοστό των αισιόδοξων στο 44%.

Στην ίδια κατεύθυνση, η ανησυχία μόλυνσης από τον κορωνοϊό, παρότι παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα (68% ανησυχούν πολύ ή αρκετά), σημειώνει σημαντική πτώση 18 μονάδων από το υψηλό 86% στα τέλη Μαρτίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα 5% θεωρεί ότι έχει προσβληθεί ήδη από τον κορωνοϊό – χωρίς όμως αυτό να έχει επιβεβαιωθεί με ιατρική εξέταση.

Αυτή η μερική “ανακούφιση” από την ήπια εξέλιξη της επιδημίας στην Ελλάδα προκαλεί την εξής παρενέργεια: η εικόνα “αναγκαιότητας” των ληφθέντων περιοριστικών μέτρων υποχωρεί. Όλο και λιγότεροι πολίτες κρίνουν τα μέτρα αναγκαία (στο 75% σήμερα με πτώση 23 μονάδων από το καθολικό 98% στα μέσα Μαρτίου).

Σε αυτό το κλίμα, η κοινή γνώμη είναι θετική (75%) απέναντι στο ενδεχόμενο σταδιακής άρσης των περιοριστικών μέτρων από τις αρχές Μαΐου, καθώς, εκτός από ένα 31% που δηλώνει πως έχει ακόμη αρκετές αντοχές για να παραμείνει σε καραντίνα, οι υπόλοιποι είτε δεν αντέχουν τον περιορισμό για μεγάλο διάστημα (46%) είτε έχουν ήδη φτάσει στα όριά τους (21%).

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του “ανοίγματος” ενισχύεται από την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι 6 στους 10 Έλληνες στους συμπολίτες τους για την καθημερινή τήρηση των κανόνων αποτροπής της μετάδοσης του κορονοϊού.

Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι 4 στους 10 γονείς εμφανίζονται αρνητικοί ή αβέβαιοι για το αν θα στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο εάν η πολιτεία ανοίξει τα σχολεία μέσα στον Μάιο.

Συμπέρασμα: Τυχόν ξαφνική επιδείνωση των αριθμών που παρουσιάζονται κάθε μέρα στις 6.00 το απόγευμα θα προκαλούσε σύγχυση και ανησυχία στην ελληνική κοινωνία και την αγορά, ενώ παράλληλα θα τραυμάτιζε το κλίμα αποδοχής και σύμπνοιας προς τις αρμόδιες αρχές διαχείρισης της κρίσης.

3. Είμαστε έτοιμοι για τη νέα κανονικότητα;

Το 55% των Ελλήνων εμφανίζονται “έτοιμοι” να επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους: από αυτούς οι μισοί (26%) αισθάνονται ήδη ασφαλείς να επιστρέψουν κανονικά στη ζωή τους ενώ οι άλλοι μισοί (29%) περιμένουν το σήμα της πολιτείας. Οι πιο “διστακτικοί” καταγράφονται στο 44%, με το 25% να δηλώνει ότι θα νιώσει ασφάλεια όταν βρεθεί το φάρμακο ή η θεραπεία, το 12% όταν βρεθεί το εμβόλιο, ενώ, τέλος, ένα 7% δηλώνει πως ίσως δεν επιστρέψει ποτέ ξανά στην προ-κορονοϊού καθημερινότητά του.

Ειδικότερα, οι πολίτες εμφανίζονται πιο έτοιμοι/ασφαλείς – όταν το επιτρέψει η πολιτεία – να επιστρέψουν σε ψυχαγωγικές δραστηριότητες όπως το μπάνιο στη θάλασσα (82%), οι διακοπές (77%), η βόλτα για καφέ ή φαγητό (80%). Από την άλλη, ακόμη και αν η πολιτεία δώσει το πράσινο φως, οι πολίτες είναι πιο διστακτικοί στο να επισκεφθούν κέντρα βραδινής διασκέδασης (54%), να ταξιδέψουν με αεροπλάνο (48%), να κάνουν χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς (46%) ή να πάρουν μέρος σε αθλητικές δραστηριότητες σε γήπεδα ή γυμναστήρια (46%).

Συμπέρασμα: Χωρίς αποτελεσματική θεραπεία ή εμβόλιο, περίπου 4 στους 10 συμπολίτες μας θα καθυστερήσουν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους συνήθειες, ακόμη και αν τα μέτρα αρθούν πλήρως.

4. Οι συνήθειες της – δύσκολης – παραμονής στο σπίτι

Οι αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών αγγίζουν το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας: 88% δηλώνουν ότι άλλαξε πολύ ή αρκετά η ζωή τους από την πρώτη μέρα εμφάνισης του κορωνοϊού στην Ελλάδα. Οι σημαντικότερες αλλαγές εντοπίζονται και αφορούν τις συνέπειες του κατ’ οίκον περιορισμού, τις επιπτώσεις στην εργασία και το εισόδημα, την ψυχολογία και την εκπαίδευση των παιδιών.

Αναπόφευκτα, η υγειονομική κρίση και ο περιορισμός στο σπίτι μεταβάλλουν δραστικά τους κανόνες υγιεινής, την κατανομή του χρόνου του πολίτη και τις καταναλωτικές του συνήθειες:

Οι Έλληνες τηρούν πιο ευλαβικά τους κανόνες υγιεινής (76%), περνούν περισσότερο χρόνο με την οικογένεια (62%), περνούν περισσότερη ώρα στο κινητό τους τηλέφωνο (45%) και τα social media (43%), μαγειρεύουν (39%) και τρώνε (37%) περισσότερο, επικοινωνούν με φίλους (38%), ενημερώνονται για τις εξελίξεις (38%) και βλέπουν ελληνική τηλεόραση (37%) και ταινίες ή σειρές μέσω διαδικτύου (27%).

Παράλληλα, σε ποσοστό 41% δηλώνουν ότι παραγγέλνουν φαγητό απ’ έξω λιγότερο συχνά, 32% δεν βγαίνουν για τα ψώνια του σπιτιού όσο πριν, 25% προσέχουν λιγότερο τη διατροφή τους και αθλούνται λιγότερο.

Το #μένουμε_σπίτι υπήρξε αφορμή για εμπειρίες πρωτόγνωρες για πολλούς. Πιο ειδικά, 31% δήλωσαν ότι τα παιδιά τους εκπαιδεύτηκαν από το σπίτι για πρώτη φορά, 17% συμμετείχαν για πρώτη φορά σε επαγγελματική σύσκεψη μέσω τηλεδιάσκεψης από το σπίτι, ενώ ένα 6% έλαβε μέρος σε βιντεοκλήση με τον γιατρό του, εμπειρίες που ίσως αποτελέσουν οδηγό εδραίωσης μιας νέας τηλε-κουλτούρας στο ελληνικό νοικοκυριό.

Συμπέρασμα: Οι περισσότεροι εκμεταλλεύονται τον επιπλέον χρόνο με την οικογένεια και τον εαυτό τους, ενώ ταυτόχρονα εξοικειώνονται με τον ψηφιακό κόσμο. Οι δυσκολίες όμως τους ακολουθούν και μέσα στο σπίτι. Αρχές, πολιτική και επιχειρηματική ηγεσία θα πρέπει καθόλη τη διάρκεια της κρίσης να συνεκτιμούν την εύθραυστη κατάσταση των πολιτών και το ευμετάβλητο των στιγμών.
5. Τα συναισθήματα όλο και πιο έντονα

Εν μέσω αυτής της άνευ προηγουμένου διατάραξης της κανονικότητας και της καθημερινότητας του πολίτη, η πλειονότητα των Ελλήνων δηλώνει ότι έχει αισθανθεί/βιώσει κυρίως αρνητικά συναισθήματα – και σε ασυνήθιστο βαθμό – κατά τη διάρκεια της καραντίνας:

74% δηλώνουν ότι έχουν αισθανθεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον, με σημαντική αύξηση 27 ποσοστιαίων μονάδων από τη μέτρηση του Μαρτίου· 69% δηλώνουν ότι αισθάνονται πλήξη, με άνοδο 30 μονάδων από τον Μάρτιο, ενώ σχεδόν 5 στους 10 αισθάνθηκαν θλίψη (49% – με αύξηση 6% από τον Μάρτιο) και εγκλωβισμό (55% καταγράφοντας άνοδο 17% από τον Μάρτιο).

Τα αρνητικά συναισθήματα είναι σαφώς πιο διαδεδομένα ανάμεσα στις νεότερες ηλικίες – η γενιά Z και οι millennials βιώνουν επίσης πιο έντονα τη μοναξιά, τον θυμό και την απόγνωση. Η αυξημένη ένταση των συναισθημάτων παρατηρείται και στα χαμηλότερα εισοδήματα. Αντίθετα, οι παντρεμένοι μένουν στο σπίτι με τις λιγότερες συναισθηματικές αναταράξεις.

Συμπέρασμα: Ο συνδυασμός αυτό-περιορισμού, κοινωνικής αποστασιοποίησης και οικονομικής αβεβαιότητας είναι ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για τους λιγότερο εξασφαλισμένους: τη νέα παραγωγική γενιά και τα χαμηλά εισοδήματα. Ο θεσμός της οικογένειας σε μια χώρα με ούτως ή άλλως παραδοσιακή δομή συγκρατεί τα πάθη και κάνει τον εγκλεισμό πιο υποφερτό, επιβεβαιώνοντας, έτσι, την ψυχαναλυτική θεωρία.

6. Η συζήτηση στο τραπέζι της κουζίνας δεν αναβάλλεται

Σχεδόν 4 στα 10 νοικοκυριά αντιμετώπισαν αδυναμία να εξοφλήσουν κάποιο λογαριασμό, 20% δέχθηκαν κλήση από εισπρακτική εταιρεία, ενώ 16% δεν είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε αγορά κάποιου είδους πρώτης ανάγκης μέσα στον τελευταίο μήνα

Σχεδόν 3 στους 10 εκτιμούν ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά (28% – αύξηση 3% σε σχέση με τα τέλη Μαρτίου) από την κρίση του κορονοϊού, με την πλειονότητα (42%) να εκτιμά ότι η ζημιά που θα υποστεί μάλλον θα αποκατασταθεί αφού αρθούν τα περιοριστικά μέτρα.

Τα παραπάνω συνηγορούν στο γεγονός ότι το οικονομικό αδιέξοδο επανέρχεται στη σκέψη των περισσότερων: 53% δηλώνουν ότι ανησυχούν πολύ ή αρκετά για το ενδεχόμενο να βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο μέσα στο επόμενο διάστημα, ποσοστό που παρουσιάζει αύξηση 11 ποσοστιαίων μονάδων από τα τέλη Μαρτίου. Η ανησυχία για μεγάλη οικονομική δυσκολία είναι πιο έντονη στις παραγωγικές ηλικίες των 35-54.

Η δεκαετής κρίση που προηγήθηκε έχει εξαντλήσει αντοχές και αποθέματα: πολύ λίγοι (20%) θα αποδέχονταν να υποστούν θυσίες για την οικονομική ανάκαμψη της χώρας από την κρίση του κορονοϊού, με τη μεγάλη πλειοψηφία να θεωρεί ότι άλλοι είναι εκείνοι που πρέπει να πληρώσουν (70%). Η τάση αυτή είναι περισσότερο εμφανής στα χαμηλότερα εισοδήματα και στους εργαζόμενους του δημοσίου τομέα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Συμπέρασμα: Η συζήτηση στο τραπέζι της κουζίνας δεν αποφεύγεται, είναι σκληρή και καθημερινή. Το “λίπος” που κάηκε για να κρατήσει μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας όρθια στη δεκαετή κρίση δεν υπάρχει σήμερα. Οι μεγάλοι ηττημένοι της προηγούμενης περιπέτειας, οι νέοι, καλούνται να διαβούν εκ νέου τον Ρουβίκωνα της κρίσης. Εκείνοι πρέπει να αναγνωριστούν ως “ήρωες” της δεκαετίας 2020-2030.

7. Στοιχειώνουν οι μνήμες του 2010 αλλά στεκόμαστε αισιόδοξοι

Με τα περισσότερα νοικοκυριά να βιώνουν άμεσα τις οικονομικές της συνέπειες, η πανδημία, από κρίση δημόσιας υγείας που πλήττει την υγεία των πολιτών και το Εθνικό Σύστημα Υγείας, εξελίσσεται σταδιακά σε κρίση οικονομική που πλήττει τα εισοδήματα των πολιτών και τις ελληνικές επιχειρήσεις – η μεταβολή υπέρ της δεύτερης άποψης καταγράφεται στις 43 ποσοστιαίες μονάδες από την προηγούμενη μέτρηση της Κάπα Research, τον Μάρτιο.

Σχεδόν 8 στους 10 πολίτες ανησυχούν πολύ για το βάθος της ύφεσης στην ελληνική οικονομία. Όπως και παραπάνω, η ανησυχία αυτή καταγράφεται πιο έντονη στα χαμηλότερα εισοδήματα. Επίσης, η ανησυχία δεν είναι κοινή σε όλους τους χώρους εργασίας: πάνω από τους μισούς εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (57%) ανησυχούν πολύ για την επίδραση της ύφεσης στην επιχείρηση ή τον οργανισμό που εργάζονται, με το αντίστοιχο ποσοστό να είναι μόλις 20% στους εργαζόμενους του δημοσίου τομέα.

Η άνοδος της ανεργίας και της φτώχειας αποτελεί πλέον τον νούμερο ένα φόβο των Ελλήνων πολιτών (80% – άνοδος 36 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις 24 Μαρτίου), κάτι που έρχεται να αντικαταστήσει τον φόβο για κατάρρευση του συστήματος υγείας που επικρατούσε μόλις έναν μήνα πριν (13% – πτώση 42 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις 24 Μαρτίου).

Με νωπές τις μνήμες της κρίσης χρέους, σχεδόν 6 στους 10 συμφωνούν με την άποψη ότι η οικονομική κρίση στη χώρα μας θα είναι τόσο βαθιά όσο και η κρίση του 2010 και στην πλειοψηφία τους φοβούνται ότι η κρίση που θα ακολουθήσει θα είναι πιο βαθιά και πιο σκληρή από τη γενικότερη αίσθηση (52% για την παγκόσμια οικονομία και 59% για την ελληνική οικονομία), αλλά και συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, η κρίση της χώρας μας θα είναι πιο βαθιά σύμφωνα με το 65%.

Ωστόσο, το ψήγμα της αισιοδοξίας επιμένει: σε 5 χρόνια από τώρα, η κατάσταση της οικονομίας θα είναι καλύτερη εκτιμά η πλειονότητα (41%), ενώ οι 6 στους 10 περίπου δηλώνουν ότι οι Έλληνες, παρά την οικονομική κρίση και τα εθνικά προβλήματα, τελικά θα τα καταφέρουμε.

Συμπέρασμα: Η κοινή γνώμη διατηρεί ζωντανές τις μνήμες του Καστελόριζου που κλείνει δεκαετία. Η πορεία ανάκαμψης της χώρας από την κρίση του κορονοϊού θα είναι σκληρή, θα έχει διάρκεια, θα απαιτήσει νέα αποθέματα αντοχής, αλλά είναι εφικτή. Ευθύνη κάθε ηγεσίας – πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής, επιστημονικής – είναι να μετουσιώσει την εμπειρία από τη διαχείριση της πανδημίας σε αναπτυξιακή παρακαταθήκη.

8. Ανανεωμένη πίστη στο κράτος, τις αξίες και τους θεσμούς

Η κοινωνία εισέρχεται στη νέα μάχη με ενισχυμένη την πίστη σε αρχές, αξίες και θεσμούς που θα χρησιμεύσουν στην ανάβαση του νέου Γολγοθά: 6 στους 10 Έλληνες δηλώνουν ότι πιστεύουν περισσότερο πια στην αξία της υγείας, 5 στους 10 στην αξία της αλληλεγγύης, 1 στους 3 στην αξία της επιστήμης και τη σημασία του κοινωνικού κράτους. Επίσης, ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι εμπιστεύεται περισσότερο την ελληνική κοινωνία (27%) απ’ ό,τι πριν και ακόμη ένα 27% αναφέρει ότι αυξήθηκε η εμπιστοσύνη του προς τους θεσμούς της ελληνικής πολιτείας.

Συμπέρασμα: Σε στιγμές κρίσης, η ελληνική κοινωνία αναδιπλώνεται και καταφεύγει στην ασφάλεια του κράτους, των διαχρονικών αξιών και των δημοκρατικών θεσμών. Από τις στάχτες του χρεοκοπημένου μεταπολιτευτικού κράτους αναδύθηκε ένα πρότυπο κράτους πρόνοιας που εκπαιδεύει, φροντίζει και προστατεύει και ένα πρότυπο κράτους-ρυθμιστή, το οποίο θα πρέπει να προστατευθεί από συμπλέγματα, ευνοιοκρατία, ή σκάνδαλα μόλις η χώρα επιστρέψει στον κανονικό της ρυθμό.
9. Ο κόσμος την επόμενη μέρα

Η Κίνα φέρει για τους περισσότερους Έλληνες (44%) τη μεγαλύτερη ευθύνη για την εξάπλωση του κορωνοϊού με τις υπόλοιπες χώρες να συγκεντρώνουν πολύ χαμηλά ποσοστά και το 36% να δηλώνει πως καμία χώρα ή διεθνής οργανισμός δεν φέρει την αποκλειστική ευθύνη.

Σε επίπεδο ηγετών μεγάλων δυνάμεων, η τάση ακολουθεί την επιρροή των χωρών τους στην ελληνική κοινωνία. Ο Εμανουέλ Μακρόν απολαμβάνει υψηλά ποσοστά δημοφιλίας (61%) την τελευταία περίοδο και ο Βλαντιμίρ Πούτιν ενισχύει την εικόνα του κατά 5 μονάδες στο 58%. Οι υπόλοιποι ακολουθούν αντίρροπη τάση, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται στα πρόσωπα του Σι Τζινπίνγκ, με 37% θετικές γνώμες και πτώση 16% από τον περασμένο Δεκέμβριο, και της Άνγκελα Μέρκελ η οποία υποχωρεί επίσης κατά 16 μονάδες στο 12%, αγγίζοντας τα ιστορικά της χαμηλά στα χρόνια της πρώτης μνημονιακής περιόδου. Τέλος, Ντόναλντ Τραμπ και Μπόρις Τζόνσον κινούνται σε διαρκή χαμηλά επίπεδα της τάξης του 15% και 11% αντίστοιχα, ενώ στην πρώτη μέτρησή της, χαμηλή αποδοχή καταγράφει και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στο 26%.

Συμπέρασμα: Η ελληνική κοινωνία είναι ενημερωμένη και προετοιμασμένη για τις παγκόσμιες συνέπειες της πανδημίας. Επανεξετάζει τις συμμαχίες με Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ και με καθεστώτα και ηγέτες που κρυφο-θαύμαζε τη δεκαετία 2010-2019. Η αναγκαιότητα της ΕΕ δεν τίθεται εν αμφιβόλω παρόλο που η μεγάλη πλειοψηφία κρίνει αρνητικά τους χειρισμούς της στον κορονοϊό. Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι πιο αγαπητός στην Ελλάδα απ’ ό,τι στη χώρα του, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αναδεικνύεται σε σταθερό πρότυπο ηγεσίας και η Άνγκελα Μέρκελ επιστρέφει στα αρνητικά ρεκόρ του αντι-μνημονίου.

Δείτε εδώ την έρευνα