fbpx
ΔΙΕΘΝΗ ΕΝ-ΘΕΣΕΙΣ

Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά

Του Νίκου Τ. Παγώνη

Συνήθως, οι στοίχοι του παραδοσιακού τραγουδιού ακούγονται εν αναμονή του νέου χρόνου μέσα σε μια ατμόσφαιρα εορτασμού και αναμονής για το νέο που έρχεται και αποχαιρετισμού για το παλιό που φεύγει.

Συνήθως, η μελωδία του παραδοσιακού τραγουδιού μας συναρπάζει εν μέσω ευθυμίας, κρατώντας ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, περιστοιχιζόμενοι από αγαπημένα πρόσωπα.

Συνήθως, στο μεταίχμιο αυτό του χρόνου, νιώθομαι, πληστάκις, χαρούμενα ικανοποιημένοι από τη χρονιά που πέρασε, «τη γλυτώσαμε και φέτος» σύμφωνα με το τραγούδι, και αρχίζουμε τη νέα χρονιά με σχέδια και αισιοδοξία.

Συνήθως, συνήθως, συνήθως… αλλά όχι φέτος. Γιατί φέτος ήλθε το πάνω κάτω από κει που δεν το περιμέναμε.

Όλοι εμείς, που κουβαλάμε μερικές δεκαετίες στην καμπούρα μας, και που έχουμε βιώσει και παραστεί μάρτυρες σε κοσμογονικά γεγονότα, είχαμε πιστέψει ότι τα είχαμε δει όλα. Από τ’ αποκαΐδια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, τον ψυχρό πόλεμο, την πτώση του ανατολικού μπλοκ, τα διαστημικά ταξίδια, την απίστευτη τεχνολογική ανάπτυξη, την καθιέρωση (όχι για όλους ακόμα) των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την παρατεταμένη ειρήνη, την ευημερία (πάλι όχι για όλους), την καταπολέμηση των ασθενειών, το θαύμα της σύγχρονής ιατρικής, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και γενικά όλα εκείνα τα επιτεύγματα που έχουν κάνει τη ζωή μας και την κοινωνία αγνώριστη σε σύγκριση με το πρώτο ήμισυ του περασμένου αιώνα.

Δικαιολογημένα, λοιπόν, είχαμε πιστέψει ότι τα πράγματα καλά κρατούν και από δω και πέρα μόνο καλύτερες μέρες θα βλέπαμε. Μέχρι που…ένα τόσο δα πραγματάκι, αόρατο με γυμνό οφθαλμό, εκτροχίασε το σύμπαν και βύθισε την ανθρωπότητα στο χάος, την απελπισία και το φόβο.

Και μια που στα έρημα κατοικεί ο φόβος, θεωρήθηκε πως καλό θα ήταν να ερημώσουν τα πάντα. Χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω τα μέτρα που επιβάλει η επιστημονική γνώση και την αποτελεσματικότητά τους, η αναγκαιότητα της ερήμωσης με τον υποχρεωτικό περιορισμό των επαφών και το κλείσιμο χώρων κοινωνικής επαφής, όπως η εστίαση, δημιούργησε αυτό ακριβώς το φαινόμενο: της ερημιάς.

Έρημοι δρόμοι, κλειστά καταστήματα, σιωπηλά θέατρα, σβηστά φώτα της ράμπας, άφωνα μουσικά όργανα, ερημιά εκεί που άλλοτε κατοικούσε η χαρά, το γέλιο, η μουσική και το τραγούδι.

Έρημοι και μόνοι. Συντροφιά με τον εαυτόν μας και με τους ελάχιστους εκείνους που αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, στον ίδιο κλειστό χώρο. Χωρίς συναναστροφές, κοινό τραπέζι, το τσούγκρισμα του ποτηριού, χωρίς τη ζεστασιά της ανθρώπινης σχέσης κι επαφής.

Και ήλθε αυτό το τόσα δα πραγματάκι, αόρατο δια γυμνού οφθαλμού, να μας κάνει να καταλάβουμε πως όλα τ’ αγαθά του κόσμου χλωμιάζουν μπροστά στην αδυναμία να τα ευχαριστηθούμε συμμετέχοντας στην ανθρώπινη σχέση.

Χάνεται η αξία των καταναλωτικών αγαθών όταν οι μόνοι που τα βλέπουν είναι οι ιδιοκτήτες τους. Εξαφανίζεται η νοστιμιά του φαγητού που δε μοιράζεται. Υποβαθμίζεται η αναγκαιότητα του καλλωπισμού όταν μένει κρυμμένος. Εξανεμίζεται και χάνεται η μουσική που δεν ακούγεται ζωντανή, τα λόγια που δεν απαγγέλλουν οι ηθοποιοί, οι διαλέξεις που δεν ακούγονται, οι εκθέσεις τέχνης που δεν βλέπονται.
Ένα τόσο δα πραγματάκι που μας σπρώχνει να καταλάβουμε και να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε τίποτα χωρίς το συνάνθρωπο μας. Χωρίς το άγγιγμα στο χέρι, το φιλί στο μάγουλο, την αγκαλιά, τη ζεστασιά του δικού μας, του διπλανού, του συναδέλφου, ακόμα και του άγνωστου που συναντάμε στον περίπατο μας.

Μόνοι κι έρημοι. Που δεν το θέλουμε. Δεν το αντέχουμε. Δεν το μπορούμε.
Και το ζήσαμε κι αυτό. Την πανδημία. Και τον καινούργιο χρόνο που υπόσχεται να καταδιώξει το φόβο, για να μην υπάρχουν έρημα. Για να ξαναγίνουμε άνθρωποι, κοινωνικά όντα. Που στο ένα χέρι κρατά την ελπίδα και στο άλλο το εμβόλιο. Για να μην υπάρχουν έρημα, έτσι ώστε εκεί να μην κατοικεί πλέον ο φόβος.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ