Εμπόδιο για την ενεργειακή μετάβαση οι τιμές των μετάλλων

Χρόνος ανάγνωσης ⏰ 2 λεπτά

Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας και τον χάρτη ενεργειακής μετάβασης έως το 2050, το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα αυξηθεί από τα σημερινά επίπεδα περίπου 10% σε 60%, ενισχυμένο από την ηλιακή, την αιολική και την υδροηλεκτρική ενέργεια. Το μερίδιο από τα ορυκτά καύσιμα θα μειωθεί από σχεδόν 80 τοις εκατό σε περίπου 20 τοις εκατό.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει σε έκθεσή του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα απαιτούσε οκταπλάσια αύξηση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και θα προκαλούσε έντονη αύξηση της ζήτησης για μέταλλα.

Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η μεγάλη ζήτηση για μέταλλα λόγω των προσπαθειών παγκοσμίως για μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας μπορεί να φτάσει την προσφορά σε οριακά επίπεδα και να προκαλέσει πολύ μεγάλες αυξήσεις στις τιμές.

Όπως υπογραμμίζει, με δεδομένο ότι η οικονομική δραστηριότητα επανήλθε στην κανονικότητα, μετά τα περιοριστικά μέτρα, οι τιμές των μετάλλων έχουν σημειώσει μεγάλες αυξήσεις. Επιπλέον, το ΔΝΤ θέτει το ερώτημα εάν τα υπάρχοντα αποθέματα μπορούν να εξασφαλίσουν την ενεργειακή αυτή μετάβαση.

Ο προβληματισμός έγκειται στο γεγονός ότι με δεδομένη την αύξηση της κατανάλωσης μετάλλων έως το 2050 σε ένα σενάριο επίτευξης καθαρών μέχρι τώρα εκπομπών ρύπων, οι τρέχοντες ρυθμοί παραγωγής γραφίτη, κοβαλτίου, βαναδίου και νικελίου φαίνονται ανεπαρκείς, παρουσιάζοντας κενό άνω των δύο τρίτων έναντι της ζήτησης.

Το Ταμείο εξετάζει εάν υπάρχουν αρκετά κοιτάσματα ορυκτών και μετάλλων για την ικανοποίηση των αναγκών για την ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα και πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν καλύτερα παράγοντες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επενδύσεις εξόρυξης και τις προμήθειες μετάλλων.