Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι της παγκόσμιας οικονομίας για το 2021

Χρόνος ανάγνωσης ⏰ 6 λεπτά

Το βρετανικό περιοδικό Economist αξιολογεί 23 χώρες του ΟΟΣΑ με βάση πέντε οικονομικά, κοινωνικά και δημοσιονομικά κριτήρια.

Ο ρυθμός οικονομικής ανάκαμψης από την τεράστια ύφεση του 2020 εξέπληξε πολλούς παρατηρητές. Η συνολική παραγωγή στις 38 πιο πλούσιες χώρες του πλανήτη που είναι μέλη του ΟΟΣΑ ίσως να έχει ξεπεράσει τα προπανδημικά επίπεδα ήδη εδώ και λίγους μήνες.

Η μέση ανεργία 5,7% στις χώρες-μέλη του Οργανισμού είναι ανάλογη με το μεταπολεμικό μέσο όρο. Το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών, σταθμισμένο με τον πληθωρισμό, έχει ενισχυθεί πάνω από τα προ-κρίσεως επίπεδα. Η συνολική εικόνα είναι εντυπωσιακά καλή, παρά το ότι τη χρονιά αυτή εμφανίστηκαν αρκετές μεταλλάξεις του κορωνοϊού.

Αλλά η γενική εικόνα κρύβει σημαντικές διαφορές. Η πανδημία δημιούργησε νικητές και ηττημένους – και η απόσταση που τους χωρίζει πιθανότατα δεν θα καλυφθεί το 2022.

Για να αξιολογήσει τις διαφορές αυτές, ο Economist συγκέντρωσε στατιστικά στοιχεία πέντε οικονομικών και χρηματοοικονομικών δεικτών (ΑΕΠ, εισόδημα νοικοκυριών, επίδοση της κεφαλαιαγοράς, κεφαλαιακές δαπάνες των επιχειρήσεων και χρέη των κυβερνήσεων) για 23 πλούσιες χώρες.

Κατέταξε κάθε χώρα ανάλογα με την πορεία του κάθε δείκτη, δημιουργώντας έναν κατάλογο κερδισμένων και χαμένων της κρίσης. Διότι κάποιες χώρες επλήγησαν πολύ, ενώ άλλες βρίσκονται ήδη σε καλύτερη κατάσταση από εκείνη προτού ξεσπάσει η πανδημία σχεδόν σε όλους τους δείκτες.

Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία βρίσκονται μεταξύ των κορυφαίων, ενώ και η αμερικανική οικονομία αντεπεξήλθε καλά την κρίση. Μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο, μεταξύ των οποίων η Βρετανία, η Γερμανία και η Ιταλία, δεν τα πήγαν καλά. Η Ισπανία είχε τις χειρότερες επιδόσεις όλων.

Οι μεταβολές σε ό,τι αφορά την παραγωγή από τα τέλη του 2019 δίνουν μια γενική οικονομική εικόνα της κάθε χώρας. Κάποιες αποδείχθηκαν πιο ευάλωτες στις απαγορεύσεις των μετακινήσεων και της κατάρρευσης των δαπανών για υπηρεσίες – κυρίως οι χώρες της νότιας Ευρώπης που εξαρτώνται πολύ από τον τουρισμό. Άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας και του Βελγίου, επλήγησαν από τα υψηλά επίπεδα επιμόλυνσης και θανάτων από την Covid-19, που επίσης περιόρισαν τις καταναλωτικές δαπάνες.

Τα επιμέρους στατιστικά στοιχεία συνεισφέρουν στη διαμόρφωση μιας πιο λεπτομερούς εικόνας. Η μεταβολή στο οικογενειακό εισόδημα δίνει μια αίσθηση για το πόσο εύκολα οι οικογένειες αντιμετώπισαν την κρίση, καθώς το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τα εισοδήματα από την εργασία αλλά και τη βοήθεια που χορήγησαν οι κυβερνήσεις. Οι ενδείξεις που καταγράφτηκαν είναι σε πραγματικούς όρους, δηλαδή είναι σταθμισμένες με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης που επέφερε η πρόσφατη αύξηση του πληθωρισμού.

Σε κάποιες χώρες, ειδικά σε εκείνες που ο υγειονομικός αντίκτυπος του ιού ήταν σχετικά μικρός, οι αγορές εργασίας δεν υπέφεραν πολύ και επέτρεψαν στους ανθρώπους να συνεχίσουν να αποκτούν εισόδημα. Το ποσοστό της ανεργίας στην Ιαπωνία ελάχιστα αυξήθηκε μετά το ξέσπασμα της πανδημίας. Αντίθετα, η ανεργία στην Ισπανία από το Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο του 2020 εκτινάχθηκε κατά τρεις εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερα.

Κάποιες κυβερνήσεις αναπλήρωσαν με το παραπάνω το εισόδημα που έχασαν οι εργαζόμενοι εκταμιεύοντας προς αυτούς τεράστια κεφάλαια. Αυτή ήταν η στρατηγική των ΗΠΑ: αν και η ανεργία αυξήθηκε καθώς η αμερικανική οικονομία «έκλεισε» λόγω της πανδημίας, τα νοικοκυριά εισέπραξαν από την κυβέρνηση υπό τη μορφή επιδομάτων ανεργίας και επιδοτήσεων περισσότερα από 2 τρισ. δολάρια την τελευταία διετία. Κάτι ανάλογο έπραξε και ο Καναδάς. Άλλες χώρες, ωστόσο, όπως οι χώρες της Βαλτικής, εστίασαν τις δημοσιονομικές τους παρεμβάσεις στη χορήγηση βοήθειας προς τις επιχειρήσεις προκειμένου να διατηρήσουν τη ρευστότητά τους. Επίσης διεύρυναν την παροχή δημόσιας ιατρικής φροντίδας. Η Αυστρία και η Ισπανία, αντίθετα, ούτε στήριξαν την απασχόληση ούτε αποζημίωσαν τους μεγάλους χαμένους της πανδημικής κρίσης. Και στις δύο αυτές χώρες το οικογενειακό εισόδημα παραμένει σήμερα μειωμένο κατά 6% συγκριτικά με το επίπεδο που ήταν προτού ξεσπάσει η πανδημία.

Όσο για τις επιχειρήσεις, χαρακτηριστική ένδειξη της οικονομικής τους ευρωστίας αποτελούν οι επιδόσεις των κεφαλαιαγορών και η ελκυστικότητα της κάθε χώρας έναντι των ξένων επενδυτών. Οι τιμές των μετοχών στη Βρετανία είναι ελάχιστα χαμηλότερες εφέτος συγκριτικά με την έναρξη της πανδημίας – κάτι που αποτυπώνει, ίσως, και τις αβεβαιότητες του Brexit.

Η Βρετανία επίσης φιλοξενεί πλέον λιγότερες επιχειρήσεις στους ραγδαία αναπτυσσόμενους τομείς που ευεργετήθηκαν από τα χαμηλά επιτόκια και από τις νέες τεχνολογίες που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις με αφορμή την πανδημία.

Οι ΗΠΑ, που διαθέτουν περισσότερες επιχειρήσεις της κατηγορίας αυτής, είδαν την κεφαλαιαγορά τους να ενισχύεται. Αλλά η ενίσχυση αυτή δεν ήταν τίποτα μπροστά στα άλματα που έκαναν οι μετοχές στα χρηματιστήρια της βόρειας Ευρώπης. Τρεις από τις 10 μεγαλύτερες σε κεφαλαιοποίηση εταιρείες στη δανέζικη αγορά είναι εταιρείες του υγειονομικού κλάδου. Με μετοχές δηλαδή που αξίζει να έχει κανείς στο χαρτοφυλάκιό του εν καιρώ πανδημίας.

Οι κεφαλαιακές δαπάνες, το τέταρτο κριτήριο αξιολόγησης, συνιστούν έναν ευρύτερο δείκτη αισιοδοξίας των επιχειρήσεων για το μέλλον. Κάποιες χώρες βρίσκονται εν μέσω μιας έκρηξης των επενδύσεων. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες καταγράφουν τις ευκαιρίες που δημιούργησε η πανδημία και οι επιχειρήσεις επενδύουν μεγάλα ποσά στις νέες τεχνολογίες που καθιστούν αποδοτικότερη την εργασία από το σπίτι.

Τον Οκτώβριο η τράπεζα Goldman Sachs προέβλεψε ότι το 2022 οι εταιρείες του δείκτη S&P 500 θα αυξήσουν κατά 18% τις επενδύσεις τους για έρευνα και ανάπτυξη συγκριτικά με τα επίπεδα των επενδύσεών τους το 2019. Σε άλλες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη, αντίθετα, επικράτησε επενδυτική αυτοσυγκράτηση. Στη Νορβηγία μειώθηκαν τα κεφάλαια που επενδύθηκαν στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Ο τελευταίος δείκτης αφορά τα χρέη του δημοσίου. Μια μεγάλη αύξηση του δανεισμού των κυβερνήσεων δεν είναι σε καμία περίπτωση ευκταία, αφού προοιωνίζεται για το μέλλον πιθανές αυξήσεις των φόρων και μειώσεις των κρατικών δαπανών. Κάποιες χώρες συσσώρευσαν τεράστια χρέη κατά την περίοδο της πανδημίας και σ’ αυτές περιλαμβάνονται οι ΗΠΑ, η Βρετανία και ο Καναδάς. Από την άλλη πλευρά, το δημόσιο χρέος της Σουηδίας αυξήθηκε μόλις κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό οφείλεται, ίσως, στο γεγονός ότι η χώρα αυτή απέφυγε τα εκτεταμένα λοκντάουν και ως εκ τούτου η κυβέρνηση δεν χρειάστηκε να υιοθετήσει πολύ δαπανηρά μέτρα στήριξης των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Η οικονομική ανάκαμψη θα συνεχιστεί και το 2022, αν και η μεγάλη επέκταση της μετάλλαξης Όμικρον ανάγκασε πολλούς αναλυτές να κατεβάσουν τον πήχη των προβλέψεών τους. Η συνολική εικόνα ίσως καλύψει και πάλι τις μεγάλες αναπτυξιακές διαφορές από χώρα σε χώρα. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι κάποιες από τις χώρες με τις χειρότερες επιδόσεις θα αυξήσουν τους αναπτυξιακούς ρυθμούς τους. Η ανάπτυξη στην Ιταλία, για παράδειγμα, προβλέπεται να φθάσει στο 4,6% το 2022, σε επίπεδο δηλαδή υψηλότερο από το μέσο όρο 3,9% που αναμένεται για τα μέλη του Οργανισμού.

Οι χώρες που έχουν μείνει πίσω, πάντως, έχουν πολύ δρόμο μπροστά τους για να καλύψουν. Στα τέλη του επόμενου έτους οι ειδικοί του ΟΟΣΑ θεωρούν ότι το συνολικό ΑΕΠ των τριών κορυφαίων χωρών της κατάταξης του Economist θα είναι κατά 5% υψηλότερο συγκριτικά με το προ πανδημίας επίπεδο. Το συνολικό ΑΕΠ των τριών χωρών της κατάταξης με τις χειρότερες επιδόσεις θα είναι μόλις κατά 1% υψηλότερο συγκριτικά με το προ πανδημίας επίπεδο. Με άλλα λόγια, ο αντίκτυπος και οι επιπτώσεις της πανδημίας θα συνεχίσουν να διαφέρουν από χώρα σε χώρα.